Είναι γνωστό πως τα κτήρια ευθύνονται για το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου μία από τις δράσεις στο πλαίσιο της Πράσινης Ευρωπαϊκής Συμφωνίας του 2019 που στοχεύει σε μια Ευρώπη κλιματικά ουδέτερη μέχρι το 2050, είναι η ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, ήδη έχουν προωθηθεί Σχέδια Χορηγιών για ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κατοικιών, με μακροπρόθεσμο στόχο το ενεργοβόρο κτηριακό απόθεμα της χώρας να μετατραπεί σε υψηλής ενεργειακής απόδοσης και απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές μέχρι το 2050.

Οι εκπομπές άνθρακα είναι παρούσες σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής ενός ακινήτου, με την αρχή να γίνεται από τις κατασκευαστικές εργασίες. Αυτό οφείλεται κυρίως στα οικοδομικά υλικά, τα οποία εκπέμπουν άνθρακα. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, το τσιμέντο είναι υπεύθυνο για το 8% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, εξ’ ου και καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια σε παγκόσμιο επίπεδο για τη δημιουργία «πράσινου» τσιμέντου. Επιπρόσθετα, άνθρακας εκπέμπεται και από τα οχήματα που μεταφέρουν τα κατασκευαστικά υλικά στον χώρο του εργοταξίου, γνωστός ως ενσωματωμένος άνθρακας, που σε αντίθεση με τις λειτουργικές εκπομπές, δεν μπορεί να βελτιωθεί ή να αντιστραφεί σε άλλα σημεία της ζωής ενός κτηρίου.

Έπειτα, αφότου ολοκληρωθούν οι κατασκευαστικές εργασίες, το κτήριο συνεχίζει να εκπέμπει διοξείδιο του άνθρακα προκειμένου να λειτουργήσει. Ειδικότερα, οι εκπομπές προέρχονται από δραστηριότητες όπως η θέρμανση, η ψύξη, ο αερισμός και ο φωτισμός του κτηρίου, καθώς και από τη χρήση συσκευών εντός του κτηρίου. Εκτός από την καθημερινή χρήση, εκπέμπεται άνθρακας τόσο κατά την επισκευή όσο και τη συντήρηση των κτηρίων.

Τέλος, όταν ένα κτήριο φτάσει στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του, υπάρχει πιθανότητα για περαιτέρω εκπομπές. Η διαδικασία κατεδάφισης, μεταφοράς και απόρριψης των υλικών κατασκευής μπορούν να απελευθερώσουν άνθρακα. Η απόρριψη αντί η ανακύκλωση των υλικών κατασκευής έχει ως αποτέλεσμα την εκπομπή ενσωματωμένου άνθρακα κατά τη δημιουργία αυτών των υλικών.

Είναι ξεκάθαρο ότι, προκειμένου να πλησιάσουμε τον στόχο των καθαρών μηδενικών  εκπομπών άνθρακα, πρέπει να εξαλειφθούν οι εκπομπές, από την κατασκευή και τη λειτουργία ενός κτηρίου, μέχρι και το τέλος του κύκλου ζωής του. Σε αυτό μπορεί να συμβάλει σημαντικά η σωστή διαχείριση των κτηρίων, καθώς επίσης η αποτελεσματική επαναχρησιμοποίηση/ ανακύκλωση των οικοδομικών υλικών όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος ζωής τους. Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατεδάφισης, τα υλικά της απόρριψης μπορούν να ανακυκλωθούν, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι εκπομπές από την εξαγωγή νέων πρώτων υλών, καθώς και να μειωθούν οι εκπομπές ενσωματωμένου άνθρακα από την ανάγκη κατασκευής νέου υλικού. Επιπλέον, εάν ένα κτήριο μπορεί να ανακαινιστεί ή να επαναχρησιμοποιηθεί με βιώσιμο τρόπο, άρα να επεκταθεί η διάρκεια ζωής του, τότε επιτυγχάνεται η μείωση εκπομπής διοξείδιού του άνθρακα από ό,τι εάν γκρεμιστεί και ξαναχτιστεί καινούριο κτήριο.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχουν τεθεί τρεις βασικές προτεραιότητες προκειμένου να σημειωθεί μείωση εκπομπών άνθρακα: (1) η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων μέσω της σωστής θερμομόνωσης, της βέλτιστης επιλογής συστημάτων ψύξης/θέρμανσης και χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, (2) η κατάργηση χρήσης ορυκτών καυσίμων ως πηγή ενέργειας και (3) η εξάλειψη των ανθρακούχων εκπομπών στην αλυσίδα προμήθειας (supply chain) του κατασκευαστικού κλάδου.

Πέρα από τη συμβολή στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, η ανάπτυξη πράσινων κτηρίων προσφέρει πολλά άλλα πλεονεκτήματα, τόσο για τον κατασκευαστή, όσο και για τον επενδυτή και τον χρήστη. Μεταξύ άλλων, τα πράσινα κτήρια εξοικονομούν χρήματα σε λογαριασμούς ενέργειας και νερού, μειώνουν το κόστος συντήρησης και δημιουργούν ένα πιο υγιές περιβάλλον, πλεονεκτήματα τα οποία τα καθιστούν πιο ελκυστικά, ενώ αυξάνουν την αγοραστική τους αξία.

Αντώνης Μισιρλής | Διευθυντής της Imperio

 

Πηγή: Inbusiness Issue October 2021